Διαφορετική προγνωστική αξία των βήτα-αναστολέων και των διουρητικών στη καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης και με ή χωρίς υπέρταση

Ως γνωστόν, η Καρδιακή Ανεπάρκεια αποτελεί συχνό αίτιο νοσηρότητας και θνησιμότητας ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς, καθώς προσβάλλει >10% των ασθενών ηλικίας > 70 ετών. Η κύρια ταξινόμηση της καρδιακής ανεπάρκειας βασίζεται στη μέτρηση του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας (ΚΕ). Η καρδιακή ανεπάρκεια περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ασθενών: εκείνους με φυσιολογικό Κ.Ε. (ΚΕ ≥ 50%) –> καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο ΚΕ και εκείνους με μειωμένο ΚΕ (ΚΕ < 40% -> καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο ΚΕ . Οι ασθενείς με ΚΕ της τάξης του 40-49% αντιπροσωπεύουν μια «γκρίζα ζώνη», η οποία πλέον ορίζεται ως ΚΑ με ενδιάμεση τιμή. Διακρίνεται σε ΚΑ με επηρεασμένο Κ.Ε. και σε ΚΑ με διατηρημένο Κ.Ε..

Η ΚΑ με διατηρημένο Κ.Ε. είναι μια οντότητα που συχνά υποεκτιμάται στην καθημερινή κλινική πράξη, ωστόσο αποτελεί συχνό αίτιο δύσπνοιας και νοσηρότητας. Περίπου το 50% των ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια έχει διατηρημένο Κ.Ε. που οφείλεται σε διαστολική δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας. Η πρόγνωση της νόσου παραμένει δυσμενής, ενώ καμία φαρμακευτική θεραπευτική παρέμβαση επί του παρόντος δεν οδηγεί σε μείωση της θνητότητας, σε αντίθεση με την καρδιακή ανεπάρκεια με επηρεασμένο Κ.Ε.Το γεγονός αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο Κ.Ε. έχουν διαφορετικό κλινικό προφίλ.

Σε μια πρόσφατη μελέτη συγκρίθηκαν οι παράγοντες κινδύνου, όσον αφορά την επίπτωση πουείχαν στην πρόγνωση, καθώς και η επίπτωση συγκεκριμένων θεραπειών στηνενδονοκομειακή θνητότητα, σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο Κ.Ε. με ή χωρίς αρτηριακήυπέρταση. Τα δεδομένα προήλθαν από 2238 ασθενείς με καρδιακή ανεπαρκεια με διατηρημένο Κ.Ε. Διατηρημένο Κ.Ε. θεωρήθηκε το κλάσμα που ήταν μεγαλύτερο ή ίσο του 50%, ενώ ως υπέρτασηορίστηκε η συστολική αρτηριακή πίεση μεγαλύτερη από 140 mmHg. Βασικοίπαράγοντες κινδύνου ενδονοσοκομειακής θνητότητας επελέγησαν με μονοπαραγοντική ανάλυση και εκείνοι με P<0.01 χρησιμοποιήθηκαν στη πολυπαραγοντική ανάλυση παλινδρόμησης Cox για την εύρεση συγκεκριμένωνπαραγόντων.

Διαπιστωθηκε ότι η ενδονοσοκομειακή θνητότητα ήταν σημαντικά μικρότερη για τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο Κ.Ε. και υπέρταση, σε σύγκριση με τους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο Κ.Ε. και φυσιολογικήαρτηριακή πίεση (Ρ < 0.001). Ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου ενδονοκομειακήςθνητότητας, όσον αφορά στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο Κ.Ε. και υπέρταση ήταν η προχωρημένηηλικία (hazard ratio 1.069) και η μη χρήση των βήτα αναστολέωνενδονοσοκομειακά (hazard ratio 7.946). Από την άλλη, η προχωρημένη ηλικία(hazard ratio 1.035), η υψηλή CRP (hazard ratio 1.047), τα υψηλά επίπεδα BNP(hazard ratio 1.000) και η μη χορήγηση διουρητικών ενδονοσοκομειακά (hazard ratio4.201) θεωρήθηκαν ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου στους ασθενείς με με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο Κ.Ε. καιφυσιολογική αρτηριακή πίεση ( ΜatsusitaKetal. J Hypertens.2019)

Συμπερασματικά , φάνηκε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στους προγνωστικούςπαράγοντες, συμπεριλαμβανομένου της θεραπείας με βήτα-ανταγωνιστές καιδιουρητικών, για την ενδονοσοκομειακή θνητότητα ανάμεσα στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με διατηρημένο Κ.Ε. και με ή χωρίς αρτηριακή υπέρταση. Αυτά τα ευρήματα δεικνύουν πιθανώςτην ανάγκη για εξατομικευμένη θεραπεία των ασθενών με ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΜΕΝΟ Κ.Ε.

Σ. Λαγουδάκου, Καρδιολόγος, Α’ Καρδιολογική ΓΠΝ Νίκαιας